επίγονος

επίγονος
ο
1) потомок, преемник; 2) πλ. потомки, потомство

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "επίγονος" в других словарях:

  • Ἐπίγονος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίγονος — born besides masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επίγονος — (3ος αι. π.Χ.). Χαλκοπλάστης. Σύμφωνα με τον Πλίνιο, είχε φιλοτεχνήσει πολλά αγάλματα μεταξύ των οποίων ενός σαλπιγκτή και το σύμπλεγμα μιας νεκρής μητέρας με ένα παιδάκι δίπλα της. Η υπογραφή ενός γλύπτη Ε. εμφανίζεται σε τρία βάθρα αγαλμάτων… …   Dictionary of Greek

  • επίγονος — ο 1. απόγονος, διάδοχος. 2. ως κύρ. όν. στον πληθ., Επίγονοι, α. (μυθ.), οι γιοι των εφτά ηγεμόνων που πολιόρκησαν τη Θήβα (των «Επτά επί Θήβας»). β. (μυθ.), οι Ηρακλείδες. γ. (ιστ.), οι γιοι και οι εγγονοί των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπίγονον — ἐπίγονος born besides masc/fem acc sg ἐπίγονος born besides neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐπιγόνοις — Ἐπίγονος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιγόνοις — ἐπίγονος born besides masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐπιγόνοισι — Ἐπίγονος masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιγόνοισι — ἐπίγονος born besides masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐπιγόνου — Ἐπίγονος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιγόνου — ἐπίγονος born besides masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»